διανοητικῶς

διανοητικός
of
adverbial

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • κοιμήσης — ο [κοίμηση] 1. διανοητικώς νωθρός 2. οκνηρός, βραδυκίνητος …   Dictionary of Greek

  • μακροκεφαλία — η ανθρωπολ. υπέρμετρη αύξηση τής κρανιακής περιμέτρου, που μπορεί να συνοδεύεται και από αύξηση τού όγκου τού εγκεφάλου και που παρατηρείται τόσο σε φυσιολογικά άτομα όσο και σε διανοητικώς καθυστερημένα …   Dictionary of Greek

  • μικρόνους — ουν 1. αυτός που έχει νωθρή διάνοια, ο διανοητικώς καθυστερημένος 2. αυτός που προέρχεται από μικρό νου ή αυτός που αρμόζει σε μικρό νου («μικρόνουν σχέδιο»). [ΕΤΥΜΟΛ. < μικρ(ο) * + νους (πρβλ. παρά νους). Η λ. μαρτυρείται από το 1873 στον Δ.Γ …   Dictionary of Greek

  • μουλάρι — Γενική ονομασία των ζώων που προέρχονται από διασταύρωση αλόγου και θηλυκού γαϊδάρου (γαϊδουρομούλαρο) ή γαϊδάρου και φοράδας (μουλάρι). Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνεται το καθεαυτό μ., το γνωστό με την επιστημονική ονομασία ημίονος ο γνήσιος,… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.